You are currently viewing Από Γιάννη Ν.

Από Γιάννη Ν.

Σχετικά με τη στάση του ΚΙΝΑΛ ως προς το νόμο για την «Αναβάθμιση του σχολείου και την ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών»

Τις προηγούμενες ημέρες ψηφίστηκε στη Βουλή κατά πλειοψηφία, μόνο από τους βουλευτές της Ν.Δ., το νομοσχέδιο «Αναβάθμιση του σχολείου, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις».

Το ΚΙΝΑΛ. με απόφαση της ηγεσίας του, καταψήφισε επί της αρχής το νομοσχέδιο, εκτός από το άρθρο για την Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, στο οποίο οι βουλευτές του ψήφισαν «παρών».

 

  Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω αν υφίσταται και πώς λειτουργεί ο τομέας Παιδείας του κόμματος. Ούτε αν η λήψη αποφάσεων γίνεται σε επίπεδο της ηγετικής ομάδας και των συνδικαλιστών που την πλαισιώνουν.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι η στάση του ΚΙΝΑΛ και κατά τη διαβούλευση και κατά την ψηφοφορία, προκάλεσε για άλλη μια φορά απογοήτευση, στους περισσότερους εκπαιδευτικούς που θεωρούμε ότι ανήκουμε στον πολιτικό χώρο που παραδοσιακά καταλάμβανε το ΠΑΣΟΚ.

         Δύο είναι οι κύριες ερμηνείες  στις οποίες μπορεί να αποδοθεί η στάση αυτή του ΚΙΝΑΛ:

    Η πρώτη είναι ότι αυτοί που την αποφάσισαν αγνόησαν ή δεν ασχολήθηκαν σοβαρά με το περιεχόμενο του νομοσχεδίου. Απλά στοιχήθηκαν, σε ένα ακόμα σοβαρότατο ζήτημα, με τις απόψεις και τη λογική του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων αριστερών κομμάτων. Η λογική αυτή, που κυριαρχεί στον αριστερό χώρο τα τελευταία 40 χρόνια, ορίζει ότι κάθε εκπαιδευτική νομοθετική πρωτοβουλία που λαμβάνεται από τα 2 κόμματα εξουσίας θεωρείται εκ προοιμίου ως αντιδραστική, οπισθοδρομική, αντίθετη με τα συμφέροντα του λαού και νομοτελειακά αντιεκπαιδευτική.

Στο πλαίσιο αυτό, η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, θεωρώντας ότι ανήκει πλέον στο χώρο αυτό, απέρριψε το νομοσχέδιο, χωρίς καν να το μελετήσει.

 Η δεύτερη ερμηνεία είναι ότι κάποιοι στο κόμμα ασχολήθηκαν με το περιεχόμενο, το έκριναν με την προσωπική τους οπτική, εντόπισαν τα όποια αρνητικά του σημεία, στάθηκαν μόνο σε αυτά και εισηγήθηκαν την συνολική απόρριψή του.

Σε μια τέτοια περίπτωση, αναδεικνύονται η προκατάληψη, η έλλειψη ορθής κρίσης των συγκεκριμένων ανθρώπων και η άγνοιά τους σχετικά με σοβαρότατα παιδαγωγικά ζητήματα, με τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής, με τις πραγματικές ανάγκες των μαθητών και των εκπαιδευτικών αλλά και διαχρονικών αιτημάτων του εκπαιδευτικού συνδικαλιστικού χώρου που πρόσκειται στο ΠΑΣΟΚ.

Είναι πραγματικά αδιανόητο να απορρίπτονται από το κόμμα που θέσπισε ό,τι προοδευτικό έχει εισαχθεί στην εκπαίδευση τις τελευταίες δεκαετίες, προβλέψεις όπως:

·        Η αυτονομία των σχολικών μονάδων, με την μεταβίβαση της λήψης σημαντικών αποφάσεων για την λειτουργία τους στους Συλλόγους Διδασκόντων.

·        Η χρήση πολλαπλού βιβλίου και η επιλογή από τους εκπαιδευτικούς ανάμεσα σε εγκεκριμένα βιβλία του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής.

·        Η ευελιξία στον τρόπο διεξαγωγής των τετραμηνιαίων δοκιμασιών αξιολόγησης, όπου αντί για ωριαία διαγωνίσματα μπορούν να δοθούν ομαδικές ή ατομικές  εργασίες, με τη μέθοδο της ανεστραμμένης τάξης

·        Η θέσπιση υποστηρικτικών οργάνων στο πλαίσιο της σχολικής μονάδας, όπως οι Ενδοσχολικοί Συντονιστές, οι Μέντορες, οι Υπεύθυνοι διασύνδεσης με τη μαθητεία

·        Η πρόσληψη ενός μεγάλου αριθμού Ψυχολόγων, με ενεργό ρόλο, κοντά στους μαθητές και στην εκπαιδευτική διαδικασία

·        Η επαναφορά του θεσμού και η αύξηση του αριθμού των Σχολικών Συμβούλων, οι οποίοι θα βρεθούν ξανά κοντά σε μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, προτείνοντας λύσεις σε δύσκολα ζητήματα

·        Ο τρόπος επιλογής των στελεχών εκπαίδευσης, ο οποίος επαναφέρει ουσιαστικά την πραγματικά δίκαιη και αξιοκρατική διαδικασία που θεσπίστηκε με το νόμο Διαμαντοπούλου

 

Ακόμα χειρότερη είναι η καιροσκοπική ουδέτερη στάση του ΚΙΝΑΛ ως προς την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, στάση που αποβλέπει στην πίστωση των όποιων θετικών από την εφαρμογή της, σε συνδυασμό με  την αποφυγή της χρέωσης των αρνητικών συνεπειών.

Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, πέρα από επιταγή της εποχής και της κοινωνίας, αποτελεί αίτημα του μεγαλύτερου μέρους των ίδιων των εκπαιδευτικών. Των εκπαιδευτικών που εργάζονται με ζήλο και αυταπάρνηση, χωρίς να απολαμβάνουν καμία διάκριση και αναγνώριση του έργου τους, σε σύγκριση με όσους δεν θέλουν ή δεν μπορούν να λειτουργήσουν με παρόμοιο τρόπο.

Επιπλέον, το πλαίσιο στο οποίο η αξιολόγηση τίθεται θεσμικά, με την απουσία οποιασδήποτε τιμωρητικής διαδικασίας, την καθιστά βελτιωτική και θετική για το έργο των εκπαιδευτικών και καταρρίπτει την προσπάθεια παραπλάνησης και τρομοκράτησης, που επιχειρείται από τους αριστερούς συνδικαλιστές.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η διδασκαλική παράταξη που πρόσκειται στο χώρο μας, ήταν και είναι υπέρ μιας διαμορφωτικής, αντικειμενικής και δίκαιης αξιολόγησης των εκπαιδευτικών.

 

Ένα κόμμα που πρωταγωνίστησε και θέλει να αποκτήσει ξανά σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή, πρέπει να έχει γνώση των εξελίξεων και των απαιτήσεων και σαφή, ξεκάθαρη και υπεύθυνη θέση για όλα τα σοβαρά ζητήματα που αφορούν την Παιδεία.

Η σημερινή ηγεσία του ΚΙΝΑΛ δεν φαίνεται να έχει ούτε την ικανότητα, ούτε τη πρόθεση να εκφράσει τέτοιες θέσεις και έχει χάσει κάθε επαφή και με την πραγματικότητα αλλά και με το χώρο που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.  

Ας ελπίσουμε ότι η επικείμενη αλλαγή στην ηγεσία, θα διαφοροποιήσει άμεσα τη στάση του χώρου μας στα εκπαιδευτικά θέματα και ότι η συμβολή του κόμματος μας στην εφαρμογή του πρόσφατου νόμου, θα είναι θετική, δημιουργική και ουσιαστική.